ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ

Αλ. Τσίπρας: Ο ψηφιακός τομέας είναι κινητήρια δύναμη για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, πρέπει να βασίζεται σε μια οικονομία υψηλής προστιθέμενης αξίας, πρέπει να βασίζεται στο ανθρώπινο κεφάλαιο των νέων της χώρας μας με τις πολύ υψηλές δεξιότητες

Ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, Αλέξη Τσίπρα, στο Digital Economy Forum 2021

Θέλω να σας ευχαριστήσω θερμά για την πρόσκληση, είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που φέτος βρίσκομαι σήμερα δια ζώσης στο Digital Economy Forum του Συνδέσμου Εταιρειών Πληροφορικής.

Ένας Σύνδεσμος που, κατά την άποψή μου, είναι ιδιαίτερα σημαντικός και κρίσιμος για την ανάπτυξη της οικονομίας, σε μια εποχή που πιστεύω ο κάθε πολίτης αντιλαμβάνεται ότι είναι η ψηφιακή εποχή. Και άρα, νομίζω ότι είναι κεφαλαιώδες το πεδίο της ψηφιακής οικονομίας, αν θέλουμε να έχουμε ένα σύγχρονο παραγωγικό μοντέλο, αν θέλουμε η χώρα μας να μη μείνει πίσω στον βηματισμό της, στον βηματισμό του μέλλοντος, στην εποχή της ψηφιακής μετάβασης.

Μια ψηφιακή μετάβαση όμως για την οποία όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει να διασφαλίσουμε πως δεν θα αφήσει κανένα πίσω. Ότι θα είναι συμπεριληπτική, ότι θα είναι δίκαιη.

Επιτρέψτε μου όμως πριν εκφράσω τις θέσεις και τις απόψεις μου για το κρίσιμο ζήτημα για το οποίο σήμερα έχω κληθεί να απευθύνω χαιρετισμό δια ζώσης -πέρσι ήταν διαδικτυακός ο χαιρετισμός μου στη Σύνοδό σας, υβριδική φέτος η διαδικασία, με όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας και μικρό αριθμό προσκεκλημένων δια ζώσης. Φαντάζομαι ότι είναι εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες αυτοί οι οποίοι μας παρακολουθούν διαδικτυακά.

Επιτρέψτε μου λοιπόν πριν εκφράσω τις θέσεις, τις απόψεις, τις παρατηρήσεις μου να αναφερθώ σύντομα στη συνθήκη που βιώνει σήμερα η χώρα. Γιατί η συνθήκη αυτή είναι δραματική. Η χώρα βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα διπλό κλοιό πανδημίας και ακρίβειας. Αλλά θα έλεγα ότι είναι εγκλωβισμένη και από μια κυβέρνηση που έχει αποτύχει παταγωδώς στη διαχείριση των κρίσεων που μας ταλανίζουν. Και το κρισιμότερο είναι ότι αδυνατεί να εκπέμψει στοιχειώδη εμπιστοσύνη, που θα έλεγα ότι είναι το πιο σημαντικό στοιχείο σε μια περίοδο κρίσης σαν αυτή που βιώνουμε.

Η εμπιστοσύνη είναι η πιο ισχυρή άμυνα, το πιο σημαντικό τοίχος ανοσίας και για την επέλαση της πανδημίας, αλλά και για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, του κύματος της ακρίβειας που βιώνουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.

Όπως γνωρίζετε, στις δημοκρατίες αδιέξοδα δεν υπάρχουν. Γι` αυτό και προχθές, κατά τη διάρκεια της συζήτησης του προϋπολογισμού για το 2022, ζήτησα να οδηγηθούμε στη μόνη ενδεδειγμένη δημοκρατική διέξοδο: στη λαϊκή ετυμηγορία. Ακριβώς για τον λόγο που ήμουν διστακτικός όλο το προηγούμενο διάστημα να ζητήσω κάτι παρόμοιο.

Γιατί πρωτεύον σήμερα είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής και της κοινωνικής συνοχής. Και αποδείχτηκε ότι υπήρχαν και υπάρχουν δυνατότητες να προστατευτεί η δημόσια υγεία και η ανθρώπινη ζωή. Υπήρχαν και υπάρχουν δυνατότητες να προστατευτεί η κοινωνική συνοχή. Και η παραμονή της σημερινής κυβέρνησης που απέτυχε σε αυτό τον πρωτεύοντα στόχο, εγκυμονεί σημαντικότατους κινδύνους και για τη διαχείριση των επόμενων μηνών μιας κρίσης, η οποία δυστυχώς για τη χώρα θα είναι διαρκής και θα κλιμακώνεται.

Έρχομαι όμως στα θέματα τα οποία αποτελούν τον πυρήνα της σημερινής σας συνεδρίασης του Digital Economy Forum. Και θέλω ευθύς εξαρχής να επισημάνω ότι βρισκόμαστε σε παγκόσμια κλίμακα σε μια περίοδο πολύ μεγάλων αλλαγών και μεταβάσεων, από την οποία η χώρα δεν μπορεί να απέχει. Δεν μπορεί να ρισκάρει να μείνει πίσω.

Ο τομέας της ψηφιακής οικονομίας είναι ένας τομέας που βρίσκεται στην καρδιά των κυρίαρχων μεταβάσεων της εποχής μας: Της Πράσινης και της Ψηφιακής Μετάβασης δηλαδή και, όπως είπα αρχικά, το μεγάλο στοίχημα είναι αυτή η μετάβαση να είναι δίκαιη και συμπεριληπτική.

Εγώ θέλω όμως να είμαι απόλυτα ειλικρινής απέναντί σας, μακριά από μένα μια λογική ισοπέδωσης. Δε θα ισχυριστώ ότι στο τομέα της ψηφιακής πολιτικής δεν έγιναν σημαντικά βήματα τα τελευταία δυόμιση χρόνια. Θα ισχυριστώ όμως ότι τα βήματα αυτά έγιναν πάνω στις ράγες και στις υποδομές που η προηγούμενη κυβέρνηση είχε φροντίσει ,παρά τη σκληρή περίοδο της δημοσιονομικής προσαρμογής, να θέσει και που προς τιμή του ο σημερινός υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, ο κ. Πιερρακάκης, έχει παραδεχτεί και δημοσίως.

Στον τομέα των ψηφιακών όντως υπήρξε μια διάθεση να προχωρήσουν τα έργα και οι υποδομές και να εμπλουτιστούν της προηγούμενης περιόδου, δεν υπήρξε δηλαδή διάθεση ρεβανσισμού, όπως είδαμε σε άλλους τομείς της τρέχουσας πολιτικής. Θα έλεγα ότι αποτέλεσε μια εξαίρεση και τα αποτελέσματα αυτής της εξαίρεσης νομίζω ήταν θετικά, σε αντίθεση με τον κανόνα του ρεβανσισμού, που καθόρισε τα περισσότερα έργα και πράξεις της σημερινής Κυβέρνησης.

Σε κάθε περίπτωση, θα έλεγα ότι και η πανδημία, αυτή η πολύ δραματική συνθήκη για όλους μας, εντούτοις ήρθε και ως επιταχυντής και καταλύτης, για να αναδείξει τη σημασία της ψηφιακής μετάβασης.

Όμως, δεν αρκεί να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία αυτών των μεταβάσεων, για να προβλέψουμε την εξέλιξή τους. Πρέπει να κατανοήσουμε κάτι ακόμα περισσότερο σημαντικό: ότι το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα το οποίο επικράτησε το προηγούμενα χρόνια, έχει αρχίσει να δείχνει τα όριά του.  Ακριβώς εξαιτίας της πανδημικής κρίσης, ακριβώς εξαιτίας της ευρύτερης κλιματικής κρίσης, που απαιτεί επαναπροσδιορισμό στην πολιτική μας, ακριβώς εξαιτίας της ανάγκης να προχωρήσουμε με ακόμη πιο γοργά βήματα στην ψηφιακή μετάβαση, η οποία, επαναλαμβάνω, δεν πρέπει να διευρύνει τις ανισότητες. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της σύγχρονης περιόδου που ζούμε, παγκοσμίως.

Οι τελευταίες τέσσερις δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από διεύρυνση των κάθε είδους ανισοτήτων: εισοδηματικών, κοινωνικών, περιφερειακών, εθνικών. Η εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα –πράγμα για το οποίο αναφέρθηκα αρχικά, το μεγάλο έλλειμμα της περιόδου σήμερα στη χώρα μας- η εμπιστοσύνη ακόμη και στις δημοκρατικές αξίες –μιλώ παγκοσμίως τώρα- έχει κλονιστεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να δούμε και την άνοδο μισαλλόδοξων και ακροδεξιών πολιτικών δυνάμεων που εκμεταλλεύονται τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις των προσδοκιών των χαμηλών και μεσαίων εισοδηματικά στρωμάτων.

Η ανάγκη αλλαγής πορείας, σε παγκόσμια κλίμακα ιδίως μετά την επέλαση της πανδημίας, είναι μια ανάγκη αδιαμφισβήτητη, είναι μια ανάγκη πλέον εμφανής σε όλο και περισσότερους ανά τον κόσμο πολίτες, οργανισμούς, κυβερνήσεις.

Πάρτε για παράδειγμα τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής: ο Πρόεδρος Μπάιντεν δήλωσε πριν από λίγους μήνες ότι το μοντέλο στο οποίο πορευόμασταν μέχρι σήμερα πολύ απλά δεν λειτουργεί. «Τα trickle-down economics» είπε, δεν δούλεψαν ποτέ, αποκηρύσσοντας έτσι μια βασική αρχή του νεοφιλελευθερισμού. Και το ίδιο έπραξε στη συνέχεια, στην άλλη πλευρά του πλανήτη, ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας.

Επιπλέον, στο πλαίσιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης αποφασίστηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών η φορολόγηση των πολυεθνικών εταιρειών με ελάχιστο φορολογικό συντελεστή 15% προκειμένου να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα. Ενώ οι περισσότερες χώρες την ώρα που μιλάμε ενισχύουν τον κατώτατο και τον μέσο μισθό με διάφορους τρόπους, για να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις του πληθωρισμού.

Επομένως, είναι κρίσιμο να δούμε την Πράσινη και Ψηφιακή Μετάβαση μέσα ακριβώς από το πρίσμα που είπα, από το πρίσμα της ανάγκης μείωσης των ανισοτήτων, αν θέλουμε να έχουμε κοινωνίες με κοινωνική συνοχή, αν θέλουμε να έχουμε πραγματική ασφάλεια και ουσιαστική ευημερία.

Σε ό,τι αφορά τις θέσεις και τις προτάσεις του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης: ξέρετε, έχει ένα ενδιαφέρον να καταθέτει κανείς προτάσεις στη δημόσια ζωή στο δημόσιο πολιτικό διάλογο, έχει όμως κι ένα ενδιαφέρον να κρίνεται και από τα πεπραγμένα του. Σε ό,τι μας αφορά, ακριβώς επειδή είμαστε ένα κόμμα που κυβερνήσαμε σε πολύ δύσκολες συνθήκες, έχει μεγάλη αξία και οι προτάσεις που καταθέτουμε για το αύριο, αλλά και το πώς αντιμετωπίσαμε αντίστοιχα ζητήματα την περίοδο της διακυβέρνησής μας.

Εμείς νομίζω ότι δώσαμε δείγματα γραφής, παρά τις ιδιαίτερες συνθήκες στις οποίες κυβερνήσαμε, τις τρομακτικές οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε, την προτεραιότητα που ορθώς θέσαμε να βγάλουμε τη χώρα από ένα πολυετή φαύλο κύκλο διεθνούς οικονομικής επιτροπείας, τα λεγόμενα μνημόνια, την ανάγκη να μπορέσουμε να διασφαλίσουμε δημοσιονομική, οικονομική βιωσιμότητα και να βγούμε από αυτό τον φαύλο κύκλο της ύφεσης και να βρεθούμε σε μια αναπτυξιακή πορεία.

Παρ` όλες όμως αυτές τις τρομακτικές δυσκολίες, είχαμε στρατηγική κυβερνητική επιλογή την στροφή στην ψηφιακή μετάβαση:

– Πρώτα απ’ όλα ιδρύσαμε το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, το οποίο εκπόνησε την Εθνική Ψηφιακή Στρατηγική 2016-2021. Και σήμερα μπορεί αυτό να φαίνεται αυτονόητο και απλό, όμως θα ήθελα να αναρωτηθούμε: το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής θα έπρεπε να είχε ιδρυθεί στη χώρα μας όχι το 2016, μια εικοσαετία πριν. Ήταν όμως ένα σημαντικό βήμα.

– Αποδεσμεύσαμε δισεκατομμύρια ευρώ από ευρωπαϊκούς πόρους για έργα ψηφιακού μετασχηματισμού.

– Προχωρήσαμε τον ψηφιακό μετασχηματισμό του δημοσίου τομέα, με πιο εμβληματικά τα έργα του Συστήματος Ηλεκτρονικής Διακίνησης Εγγράφων και το ΣΥΖΕΥΞΙΣ ΙΙ.

– Εξορθολογήσαμε τα έργα Τεχνολογίας Πληροφορικής και επικοινωνιών, τα οποία ήταν κατακερματισμένα και αναποτελεσματικά.

– Κατευθύναμε 800 εκατομμύρια από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για ιδιωτικές επενδύσεις στο τομέα της ψηφιακής τεχνολογίας

– Αυξήσαμε κατά 1,2 % του ΑΕΠ τον προϋπολογισμό για την έρευνα και καινοτομία, επαναλαμβάνω, σε συνθήκες δημοσιονομικής στενότητας.

Σήμερα η κυβέρνηση επαίρεται ότι το αύξησε στο 1,5% του ΑΕΠ τους πόρους για την έρευνα και την καινοτομία το 2020, αλλά σε χρονιά που το ΑΕΠ μειώθηκε σχεδόν 10% σε σχέση με το 2019. Δεν χρειάζεται να σας εξηγήσω τη λαθροχειρία εδώ. Είστε εξ αντικειμένου, νομίζω, πολύ καλοί στα μαθηματικά.

Η χώρα μας όμως, φίλες και φίλοι, δεν έχει τη πολυτέλεια να κάνει απλώς σημαντικά βήματα προς τα εμπρός στον τομέα της ψηφιακής μετάβασης. Πρέπει να κάνει άλματα, όχι βήματα. Ακριβώς γιατί βρίσκεται ήδη πολλά βήματα πίσω σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε σχέση με άλλες προηγμένες χώρες παγκοσμίως.

Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από τις πολιτικές που οφείλουμε να υιοθετήσουμε το επόμενο διάστημα. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση ορθώς, θα έλεγα, έχει θέσει πολύ ψηλά σήμερα την ψηφιακή ατζέντα και τον πήχη και επιχειρεί να πρωταγωνιστήσει διεθνώς στον ψηφιακό μετασχηματισμό, αξιοποιώντας το υλικό και άυλο κεφάλαιο που διαθέτει.

Έχουμε το σχέδιο της Κομισιόν «Ψηφιακή Πυξίδα 2030», που περιγράφονται άξονες και μετρήσιμοι στόχοι οι οποίοι αντιστοιχούν στους επιμέρους δείκτες που συνιστούν τον συνολικό δείκτη της Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας. Και φυσικά υπάρχουν και οι συνοδευόμενοι πόροι για αυτό, καθ` ότι  το 20% των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, πρέπει να κατευθυνθεί –κι αυτό είναι πολύ σημαντικό- στην ψηφιακή μετάβαση, ενώ και στο νέο ΕΣΠΑ 2021-2027 προβλέπεται ξεχωριστό τομεακό πρόγραμμα και χρηματοδότηση ύψους σχεδόν 1 δις ευρώ.

Πρόκειται δηλαδή να το πω με δυο λόγια για μια πολύ μεγάλη ευκαιρία που έχουμε μπροστά μας, για μια πολύ μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα να κάνει αυτά τα άλματα στον ψηφιακό τομέα, μια ευκαιρία την οποία δεν πρέπει να αφήσουμε να πάει χαμένη.

Επιτρέψτε μου όμως κάποιες παρατηρήσεις σε σχέση με το πού ακριβώς βρισκόμαστε σήμερα ως χώρα.

Στις 12 Νοεμβρίου υπήρξε η δημοσιοποίηση του δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας, DESI 2021, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που παρακολουθεί την ψηφιακή πρόοδο των κρατών – μελών. Και νομίζω ότι αυτή η δημοσιοποίηση δεν αφήνει περιθώρια ούτε για μεγάλους πανηγυρισμούς, αλλά ούτε και για εφησυχασμό.

Σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής, η Ελλάδα κατατάσσεται 3η από το τέλος (25η στους 27) στην Ευρωπαϊκή Ένωση στον γενικό δείκτη DESI 2021 για το έτος 2020, ξεπερνώντας μονάχα τη γειτονική Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Έχει ένα ενδιαφέρον να κάνει κανείς τη σύγκριση, αλλά αυτές είναι μάλλον οι δυο χώρες που μας ξεπερνάνε σε θανάτους ανά εκατομμύριο πληθυσμού. Είμαστε αντίστοιχα δηλαδή στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην πορεία της ψηφιοποίησης της ψηφιακής εποχής, αλλά και στην κατάταξη της διαχείρισης και της αντιμετώπισης της πανδημίας.

Βεβαίως εγώ εδώ επαναλαμβάνω -θέλω να είμαι πολύ ειλικρινής απέναντί σας- και να πω ότι προφανώς αυτή η υστέρηση είναι διαχρονική, δεν είναι υστέρηση των τελευταίων δυο ετών. Αλλά θα μου επιτρέψετε να πω ότι συμβάλλει εδώ και η ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης. Συμβάλλει, διότι αποτυγχάνει στο μέτωπο των υποδομών.

Γνωρίζετε καλύτερα από εμένα ότι διαθέτουμε ως χώρα το ακριβότερο Internet στην Ευρώπη και μάλιστα, με χαμηλές ταχύτητες, συγκριτικά με τα δίκτυα που έχουν αναπτυχθεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Κάτι που πιστεύω ότι θα είχε σίγουρα βελτιωθεί, αν προχωρούσαν με μεγαλύτερη ταχύτητα εμβληματικά έργα που είχαμε δρομολογήσει, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το έργο της ευρυζωνικότητας.

Έχουν περάσει περισσότερα από δύο χρόνια, και το έργο του Ultra Fast Broadband είναι ακόμα εκεί που το αφήσαμε το 2019. Έργο προϋπολογισμού 870 εκατομμυρίων, μια τεράστια επένδυση με σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, που θα συνέβαλε καθοριστικά στην απεξάρτηση από τον χαλκό, που θα δημιουργούσε ένα δίκτυο το οποίο θα ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της νέας εποχής.

Άλλα οι ευθύνες της κυβέρνησης, θα μου επιτρέψετε να πω, δεν σταματούν μόνο στις υποδομές. Δεν φρόντισε να ασχοληθεί με το ζήτημα των ανισοτήτων στην πρόσβαση σε τεχνολογικό εξοπλισμό και συνδέσεις, καθώς στην πράξη χιλιάδες μαθητές που δεν είχαν την περίοδο της πανδημίας, στην περίοδο που ήμασταν εξαναγκασμένοι τα παιδιά μας να κάνουν μαθήματα μέσω τηλεκπαίδευσης, δεν είχαν πρόσβαση στο Internet και στον βασικό εξοπλισμό. Και εκεί είδαμε τι σημαίνει η έλλειψη συμπεριληπτικότητας στην ψηφιακή μετάβαση, είδαμε τι σημαίνει ψηφιακή ανισότητα και αποκλεισμός. Όταν είχαμε ένα μέρος σημαντικό των μαθητών στη χώρα μας, οι οποίοι στην πραγματικότητα ήταν αποκλεισμένοι από τη διαδικασία της εκπαίδευσης, εξαιτίας αυτής της ειδικής συνθήκης.

Επίσης, η κυβέρνηση δεν φρόντισε να αντιμετωπίσει παρά, επαναλαμβάνω, κάποια θετικά βήματα που έχουν γίνει τα οποία δεν τα αμφισβητώ. Αλλά πρέπει να έχουμε εικόνα με το τι συγκρινόμαστε. Συγκρινόμαστε με τις ανάγκες, συγκρινόμαστε με τα προβλήματα. Έθεσα ένα θέμα με την ψηφιακή εκπαίδευση. Θέτω ένα δεύτερο θέμα, κρίσιμο θέμα, το θέμα της στοιχειώδους ικανότητας του κράτους να ανταποκριθεί στην  υποχρέωσή του να μπορεί εγκαίρως να εκταμιεύει τις συντάξεις στους συνταξιούχους.

Οι εκκρεμείς συντάξεις στη χώρα μας την περίοδο αυτών των δυόμισι ετών αντί να μειωθούν αυξήθηκαν, πήγαν ξανά εκεί που ήταν πριν τις παραλάβουμε εμείς. Ενώ ήταν ένα από τα βασικά στοιχεία κριτικής που έκανε η κυβέρνηση στη δική μας κυβέρνηση, που τις κατεβάσαμε στις 100.000 και ανέβηκαν ξανά στις 400.000 οι εκκρεμείς συντάξεις. Πού είναι το ψηφιακό κράτος να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα;

Δυόμισι χρόνια τώρα όχι μόνο δεν λύθηκε το πρόβλημα, αλλά τετραπλασίασαν τις εκκρεμότητες. Καθυστερεί δραματικά η ολοκλήρωση του σχετικού έργου, που είχε εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ από την προηγούμενη κυβέρνηση.

Επίσης, οι σχετικές δράσεις ύψους 1,2 δις του Ταμείου Ανάκαμψης για απόδοση ψηφιακών δεξιοτήτων, δόθηκαν χωρίς καμία διαβούλευση στο Υπουργείο Εργασίας, το οποίο θα προχωρήσει σε προγράμματα κατάρτισης, επιτρέψτε μας να έχουμε μια αμφιβολία για την ποιότητά τους μετά το γνωστό σκάνδαλο με το πρόγραμμα «σκόιλ ελικίκου» -δεν ξέρω αν το προφέρω και καλά- το οποίο πράγματι νομίζω ότι ήταν μια στιγμή ντροπής για την πολιτεία μας και μια ντροπιαστική εξέλιξη για χιλιάδες επιστήμονες,  μηχανικούς, δικηγόρους σε όλη τη χώρα.

Στις τηλεπικοινωνίες, οι πάροχοι ουσιαστικά λαμβάνουν ξανά πίσω τα χρήματα που έδωσαν στο κράτος κατά τη δημοπρασία για το φάσμα συχνοτήτων του 5G, μέσω συνεργασιών τους με τη διαχειριστική εταιρεία του ταμείου “Φαιστός”, που την έβαλαν θυγατρική του υπερταμείου, κάτι για το οποίο είχαμε προειδοποιήσει αλλά δυστυχώς δεν εισακουστήκαμε.

Και τέλος, δυστυχώς η κυβέρνηση λειτούργησε, ας μου επιτραπεί η έκφραση, ως dealer των προσωπικών δεδομένων των πολιτών, ακόμα και αυτών των δεδομένων που έχουν να κάνουν με την Υγεία. Κρίσιμα, ευαίσθητα δεδομένα, όπως αποδείχθηκε με τις περιπτώσεις των συμβάσεων με τις εταιρείες Palantir, ή με την εταιρεία Cisco για την τηλεκπαίδευση.

Και εδώ πρέπει να αναφέρω ότι δεν τιμά τη χώρα μας το γεγονός ότι μια ανεξάρτητη Αρχή έρχεται και επικρίνει την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας για τη σπουδή της να δώσει προσωπικά δεδομένα κρίσιμα σχεδόν κάθε ελληνικού νοικοκυριού που έχει παιδιά στο σχολείο, στην εκπαίδευση, σε μια εταιρεία η οποία έχει τη δυνατότητα να τα αξιοποιήσει εμπορικά εκτός χώρας. Και να έρχεται η υπουργός Παιδείας και αντί να ζητήσει συγνώμη, αντί να δώσει εξηγήσεις, να απειλεί με μηνύσεις μια ανεξάρτητη Αρχή.

Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, η υπόθεση της ψηφιακής μετάβασης απαιτεί αποτελεσματικότητα και σχέδιο. Και για τον λόγο αυτό, έχουμε καταθέσει τη δική μας εναλλακτική πρόταση για την ψηφιακή μετάβαση με όρους δικαιοσύνης και συμπεριληπτικότητας. Μια πρόταση η οποία δεν είναι στατική, την εμπλουτίζουμε συνεχώς και γι` αυτό τον λόγο είναι και πολύ χρήσιμος ο διάλογος μαζί σας.

Επιτρέψτε μου να καταθέσω κλείνοντας τα βασικά στοιχεία αυτής της πρότασης:

Πρώτον, η χώρα δεν πρέπει να λειτουργήσει ως απλός καταναλωτής έτοιμων ψηφιακών υπηρεσιών και λύσεων,  που θα αγοραστούν απ’ έξω αυξάνοντας τα εμπορικά ελλείμματα. Αλλά  η χώρα πρέπει να βασιστεί σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο ποσοστό γίνεται, σε αυτό που ονομάζουμε στην εγχώρια προστιθέμενη αξία.

Δεύτερον,  να δοθεί προτεραιότητα στο ψηφιακό Δημόσιο με ουσιαστικές ενέργειες απλοποίησης των διαδικασιών. Δεν πρέπει δηλαδή, να το πω με δυο λόγια, απλά να ψηφιοποιούμε τη γραφειοκρατία. Πρέπει να πατάξουμε τη γραφειοκρατία και να προχωρήσουμε στην ψηφιακή εποχή.

Επιτρέψτε μου να δώσω ένα παράδειγμα εδώ για να γίνει αυτό κατανοητό: Είναι αδιανόητο ότι μετά από τόσους μήνες πανδημίας, η χώρα δεν έχει επενδύσει σε ένα σοβαρό και αξιόπιστο δίκτυο τηλεϊατρικής. Συγκεκριμένα, δεν έχει προχωρήσει σε αυτό που έχει συμβεί σε άλλες χώρες. Εγώ έχω στο μυαλό μου τη Γαλλία, οπού υπήρξε η εγκατάσταση μιας πλατφόρμας τηλεϊατρικής που μπορεί να δίνει τη δυνατότητα ηλεκτρονικών εργαλείων εκτίμησης της βαρύτητας της νόσου, του κινδύνου επιδείνωσης της νόσου, εν προκειμένω του κορωνοϊού, για τη χορήγηση των κατάλληλων θεραπειών, εγκεκριμένων φαρμάκων σύμφωνα με τις εθνικές και διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες.

Στην Ελλάδα τι γίνεται αν κάποιος νοσήσει; Παίρνει ένα τηλέφωνο τον ΕΟΔΥ. Ποιος απαντά; Απαντά ένας υπάλληλος του call center που δεν έχει καμία σχέση με την ιατρική επιστήμη και γνώση και δίνει κάποιες τυποποιημένες απαντήσεις, που μπορεί να κάνουν χειρότερα τα πράγματα.

Πόσο δύσκολο θα ήταν -δυο χρόνια είναι βασικό θέμα στη ζωή μας ο κορωνοϊός- να υπάρξει μια πλατφόρμα με αξιοποίηση των τοπικών μονάδων υγείας, με γιατρούς που θα απαντάνε στα τηλέφωνα; Ένα application στο τηλέφωνο κάθε ασθενή, ο οποίος θα ήθελε να επικοινωνήσει, να έχει την κάμερα να επικοινωνεί, ο γιατρός να τον βλέπει και να τον ρωτάει και να του απαντάει, να καταχωρούνται τα δεδομένα και την επόμενη φορά που θα ξαναπάρει ο ασθενής για να ζητήσει πληροφορίες, για να ζητήσει συμβουλές, να είναι γνωστό σε αυτό τον γιατρό που του απαντάει, αν δεν είναι ο ίδιος το ιστορικό του, η εξέλιξή του, και να του δώσει τις κατάλληλες συμβουλές.

Εδώ ποια ήταν η συμβουλή; Η συμβουλή ήταν: Κάτσε σπίτι. Ούτε καν «μέτρα το οξυγόνο σου», ούτε καν «πάρε το τάδε φάρμακο», τίποτα. Κάτσε σπίτι. Γι` αυτό και είχαμε ένα τρομακτικό ποσοστό θανάτων, εκτός Μονάδων Εντατικής Θεραπείας. Δεν προλάβαιναν καν να φτάσουν στο νοσοκομείο.

Πόσο δύσκολο λοιπόν είναι να γίνει εδώ αυτό; Πόσο δύσκολο ήταν η τεχνολογία να συμβάλλει έμπρακτα στο να αντιμετωπιστεί το κεφαλαιώδες πρόβλημα της έλλειψης ουσιαστικής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, που οδηγεί σε αυτή τη δραματική συμφόρηση των νοσοκομείων μας. Προφανώς εδώ είναι ένα ζήτημα όπου αν παίρναμε τα παραδείγματα άλλων χωρών, θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει σημαντικά βήματα μπροστά και να ήμασταν όλοι σε θέση να πούμε ότι, ναι, η επένδυση στην ψηφιακή μετάβαση δεν είναι μόνο χρήσιμη θεωρητικά, δεν είναι μόνο το μέλλον, είναι χρήσιμη και για το παρόν. Μπορεί να σώσει ζωές.

Να το πω απλά: Το κράτος θα πρέπει το επόμενο διάστημα και η πολιτεία να έχει διαρκή μέριμνα για την αξιοποίηση της τεχνολογίας. Και αυτό πρέπει να είναι κατανοητό στη ζωή του καθενός και της καθεμιάς ξεχωριστά.

Τρίτο στοιχείο των προτάσεών μας, του σχεδιασμού μας: Πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτό που ονομάζουμε ψηφιακό αναλφαβητισμό, με πολιτικές που πρέπει να στοχεύουν κυρίως στο να βοηθήσουμε εκείνους που, λόγω μεγαλύτερης ηλικίας και παραστάσεων, δυσκολεύονται να προσαρμοστούν.  Έχουν γίνει βήματα σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά νομίζω ότι είναι ένα θέμα που επίσης πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Τέταρτον, πρέπει να δώσουμε έμφαση στην ενίσχυση της Πολιτικής Προστασίας, όχι με επικοινωνιακά σόου, αλλά με τεχνολογικά μέσα για την επιτήρηση και πρόληψη φυσικών καταστροφών και των ακραίων φαινομένων της κλιματικής αλλαγής, τα οποία θα είναι συνηθισμένα φαινόμενα από εδώ και στο εξής. Δεν πέρασαν πολλοί μήνες από το καταστροφικό καλοκαίρι που κάηκε η μισή Ελλάδα.

Πέμπτον, η ψηφιακή μετάβαση πρέπει να είναι συνολική και αποκεντρωμένη. Άρα, να δώσουμε έμφαση και στην ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ώστε να ενσωματώσουν στις πολιτικές τους, νέα ψηφιακά εργαλεία στην καθημερινότητα όπως οι έξυπνες πόλεις.

Έκτον, είναι ζωτικής σημασίας να προχωρήσουμε σε επενδύσεις για την ενίσχυση των ψηφιακών υποδομών, με άξονες:

– Την επέκταση του δικτύου οπτικών ινών σε νησιά και λοιπές απομακρυσμένες περιοχές ώστε να καλυφθεί το 100% της ελληνικής επικράτειας.

– Τη μετάβαση στα ασύρματα δίκτυα πέμπτης γενιάς (5G). Στοχευμένα οι δημόσιοι πόροι να κατευθυνθούν  στην επέκταση του ασύρματου δικτύου 5G στους βασικούς ευρωπαϊκούς μεταφορικούς διαδρόμους (στο διευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών της χώρας) προκειμένου να στηριχθεί το εγχώριο παραγωγικό σύστημα και οι μεταφορές.

– Την επιδότηση υποδομών οπτικών ινών σε κατοικίες και επαγγελματικούς χώρους, με στόχο την ενίσχυση της ζήτησης και την επιτάχυνση των αντίστοιχων ιδιωτικών επενδύσεων.

Το έβδομο σημείο αλλά αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η κυβέρνηση περιορίζεται στην ενίσχυση της προσφοράς των ψηφιακών προϊόντων με κυρίως ωφελούμενες τις μεγάλες επιχειρήσεις, πολυεθνικές  επιχειρήσεις του κλάδου, ενώ αποκλείει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα όμως αποτελεί το 95% των ελληνικών επιχειρήσεων και χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο πλέγμα δράσεων για την ενίσχυσή τους, με επίκεντρο την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω εξειδικευμένων χρηματοδοτικών εργαλείων της Αναπτυξιακής Τράπεζας, όπως προτείνουμε εμείς, με ειδικά κίνητρα για τη δημιουργία clusters, συνεργιών και συνεργασιών.

Το μόνιμο και σταθερό πλέγμα χρηματοδοτικών και φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε νέες τεχνολογίες και χρηματοδότηση της έρευνας και καινοτομίας τους, δηλαδή, ψηφιακό εξοπλισμό, για το λογισμικό εκσυγχρονισμό των διαδικασιών, προκειμένου να μπορέσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του διεθνούς ανταγωνισμού και να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους.

Ειδάλλως, αν χάσουμε κι αυτό το τρένο, νομίζω το επόμενο διάστημα θα γίνουμε μάρτυρες μιας διαδικασίας απόλυτης συρρίκνωσης του τομέα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Είναι αποκλεισμένες από χρηματοδότηση, αν αποκλειστούν και από το τρένο της καινοτομίας και του τεχνολογικού και ψηφιακού εκσυγχρονισμού, δεν θα πρέπει να μην έχουμε τη βεβαιότητα ότι το επόμενο διάστημα θα δούμε ένα μεγάλο μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να βάζουν λουκέτο.

Κυρίες και κύριοι, επιτρέψτε μου να κλείσω λέγοντας ότι πρέπει όλοι να δούμε όλη αυτή την πρόκληση της Ψηφιακής Μετάβασης με δύο τρόπους:

1.            Να την αξιοποιήσουμε ως ευκαιρία άλματος για τη οικονομία, την οποία δεν πρέπει να χάσει η χώρα μας.

2.            Να αποφύγουμε τον κίνδυνο η ψηφιακή μετάβαση να γίνει αιτία για διεύρυνση των ανισοτήτων.

Αντίστροφα, πρέπει να αξιοποιήσουμε τις ψηφιακές δυνατότητες για περισσότερη ισότητα, για την πρόσβαση όλων στα κοινά αγαθά στο κοινωνικό κράτος, με αξιοπρέπεια και υψηλό επίπεδο ποιότητας. Γιατί ο ψηφιακός τομέας είναι κινητήρια δύναμη για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, το οποίο πρέπει να βασίζεται σε μια οικονομία υψηλής προστιθέμενης αξίας, πρέπει να βασίζεται στην αξία του ανθρώπινου δυναμικού και ιδιαίτερα του ανθρώπινου κεφαλαίου των νέων της χώρας μας με τις πολύ υψηλές δεξιότητες και την πολύ σημαντική γνώση.

Οι νέοι και το ανθρώπινο κεφάλαιο το επόμενο διάστημα θα πρέπει να αξιοποιηθεί, να δοθεί αξία στην εργασία τους, να δημιουργηθούν ευκαιρίες για να γίνουν πραγματικότητα οι ιδέες τους και οι πρωτοβουλίες τους. Σήμερα, λίγο πριν καταθέσω αυτές τις προτάσεις και αυτές τις ιδέες, είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με εκπροσώπους μέλη του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών, του ΣΕΠΕ. Αυτό τον διάλογο πρέπει να τον συνεχίσουμε. Ακούστηκαν πολύ σημαντικές προτάσεις για το πώς μπορεί να αξιοποιηθεί το ανθρώπινο δυναμικό, πώς μπορεί να δοθούν σημαντικές ευκαιρίες.

Νομίζω ότι οι επιχειρήσεις σας αποτελούν ένα σημαντικότατο φορέα καινοτομίας, νέων τεχνολογιών και της ψηφιακής οικονομίας. Και πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι μαζί ότι το άλμα προς τα μπρος θα γίνει μέσα από νέες ιδέες, αλλά και μέσα από μια διαφορετική στόχευση.

Στόχευση όχι σε μια οικονομία χαμηλού κόστους, χαμηλών μισθών και επομένως χαμηλών προσδοκιών –και αναφέρομαι ειδικά στον ψηφιακό τομέα- συνολικά βεβαίως στόχος μας δεν πρέπει να έχουμε και μια Ελλάδα χαμηλών προσδοκιών. Αλλά να οραματιστούμε μια Ελλάδα σύγχρονη, μια Ελλάδα ισχυρή, μια Ελλάδα με αυτοπεποίθηση και σχέδιο για την επόμενη μέρα, για τις προκλήσεις της νέας εποχής. Και νομίζω ότι ο δικός σας ο κλάδος είναι καθοριστικός για να έχουμε αυτό το ολοκληρωμένο σχέδιο. Αλλά και η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, του ανθρώπινου κεφαλαίου ιδιαιτέρως των νέων της χώρας μας, είναι το απαραίτητο εργαλείο για να μπορέσουμε να πάμε μπροστά.

Με αυτές τις σκέψεις θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για άλλη μια φορά θερμά για την πρόσκληση. Θα ήθελα να δεσμευτώ ότι αυτό τον διάλογο θα τον συνεχίσουμε στο άμεσο μέλλον. Και να ευχηθώ καλή επιτυχία στις εργασίες του Forum σας.

Να είστε καλά.

Φωτογραφίες: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Αλ. Τσίπρας: Ο ψηφιακός τομέας είναι κινητήρια δύναμη για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, πρέπει να βασίζεται σε μια οικονομία υψηλής προστιθέμενης αξίας, πρέπει να βασίζεται στο ανθρώπινο κεφάλαιο των νέων της χώρας μας με τις πολύ υψηλές δεξιότητες
Αλ. Τσίπρας: Ο ψηφιακός τομέας είναι κινητήρια δύναμη για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, πρέπει να βασίζεται σε μια οικονομία υψηλής προστιθέμενης αξίας, πρέπει να βασίζεται στο ανθρώπινο κεφάλαιο των νέων της χώρας μας με τις πολύ υψηλές δεξιότητες
Αλ. Τσίπρας: Ο ψηφιακός τομέας είναι κινητήρια δύναμη για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, πρέπει να βασίζεται σε μια οικονομία υψηλής προστιθέμενης αξίας, πρέπει να βασίζεται στο ανθρώπινο κεφάλαιο των νέων της χώρας μας με τις πολύ υψηλές δεξιότητες
Click to comment

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ

To Top